
Η οικονομική πραγματικότητα του Δήμος Φυλής διαμορφώνεται πλέον με όρους οριακής ισορροπίας, καθώς με βάση τα σημερινά δεδομένα το σύνολο των εσόδων του δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο των εξόδων του, ενώ ταυτόχρονα δεν διατίθεται ουσιαστικά κανένα ποσό για την εκτέλεση νέων δημοτικών έργων. Η συνεχής αύξηση της μισθολογικής δαπάνης, η οποία ήδη προσεγγίζει τα 28,5 εκατομμύρια ευρώ και εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 30 εκατομμύρια ευρώ ετησίως μετά τις αυξήσεις, απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των τακτικών πόρων, αφήνοντας ελάχιστα έως μηδενικά περιθώρια για επενδυτικές παρεμβάσεις και τεχνικά έργα.
Το αποτέλεσμα αυτής της δημοσιονομικής ασφυξίας είναι ήδη ορατό σε ολόκληρη την έκταση του Δήμου. Η απουσία νέων δημοτικών έργων δεν αποτελεί πλέον απλώς οικονομική αδυναμία, αλλά συνειδητή δημοτική επιλογή, καθώς η προτεραιότητα μετατοπίζεται από την εκτέλεση αναπτυξιακών παρεμβάσεων στη διαχείριση του πολιτικού κόστους και τη διασφάλιση εκλογικής επιρροής.
Την ίδια στιγμή, η λειτουργία του «Χώρου Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων» (ΧΥΤΑ) Φυλής – που επί δεκαετίες παρείχε σημαντικά αντισταθμιστικά οφέλη στον δημοτικό προϋπολογισμό – έχει λάβει μεν παράταση, χωρίς όμως να υπάρχει σαφής χρονικός ορίζοντας για το πότε αυτή θα λήξει οριστικά. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αναπάντητο: μέχρι πότε θα συνεχίσει να λειτουργεί και να στηρίζει οικονομικά τον Δήμο;
Διότι με την παύση λειτουργίας της, τα έσοδα που μέχρι σήμερα λειτουργούν ως βασικός πυλώνας κάλυψης της μισθοδοσίας θα εκλείψουν, αφήνοντας τον Δήμο χωρίς το βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο που εξασφαλίζει την καταβολή των ανελαστικών του δαπανών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η προβλεπόμενη δημιουργία εγκαταστάσεων logiscs στην περιοχή, όπως και η σχεδιαζόμενη ανάπτυξη Πανεπιστημιούπολης, παρουσιάζονται ως μελλοντικά αναπτυξιακά αντίβαρα. Ωστόσο, καμία από αυτές τις παρεμβάσεις δεν είναι σε θέση να αποδώσει άμεσα ή μεσοπρόθεσμα οικονομικά οφέλη προς τον δημοτικό προϋπολογισμό που να μπορούν να υποκαταστήσουν τα αντισταθμιστικά της χωματερής. Δεν δημιουργούν σταθερές ταμειακές εισροές και δεν μπορούν να καλύψουν τη δημοσιονομική απώλεια που θα προκύψει από το κλείσιμό της.
Με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα, ο Δήμος οδηγείται σε αυξημένες ανελαστικές δαπάνες χωρίς επαρκή έσοδα και χωρίς δυνατότητα χρηματοδότησης ίδιων έργων. Η σταδιακή συγκράτηση των μισθολογικών δαπανών και ο άμεσος επανασχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής δεν αποτελούν πλέον αντικείμενο μελλοντικού σχεδιασμού, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας, πριν η απώλεια ρευστότητας μετατραπεί σε αδυναμία κάλυψης βασικών υποχρεώσεων.

