Η Δυτική Αττική παραμένει μια από τις πιο επιβαρυμένες περιοχές του λεκανοπεδίου, σηκώνοντας διαχρονικά βάρη που δεν κατανέμονται ισότιμα. Η έντονη βιομηχανική δραστηριότητα, η περιβαλλοντική πίεση, τα φαινόμενα παραβατικότητας και οι ελλείψεις σε βασικές υποδομές συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί ως ισορροπημένη ανάπτυξη.
Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα είναι εμφανές σε καθημερινή βάση. Πυρκαγιές σε περιαστικές ζώνες, ανεξέλεγκτες αποθέσεις μπάζων και ρύπανση σε επιβαρυμένα σημεία συνθέτουν ένα σταθερό σκηνικό υποβάθμισης, με περιοχές όπως ο Ασπρόπυργος, η Φυλή, η Μάνδρα και τα Μέγαρα να βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο.
Την ίδια ώρα, το φαινόμενο των ρευματοκλοπών παραμένει εκτεταμένο, με παράνομες συνδέσεις και αυτοσχέδια δίκτυα να εντοπίζονται επανειλημμένα σε οικισμούς της περιοχής. Παρά τις παρεμβάσεις των αρμόδιων φορέων, το πρόβλημα δεν φαίνεται να περιορίζεται ουσιαστικά, δημιουργώντας όχι μόνο οικονομικές απώλειες αλλά και ζητήματα ασφάλειας.
Στο επίπεδο της παραβατικότητας, οι κατά διαστήματα αστυνομικές επιχειρήσεις αποκαλύπτουν κυκλώματα και παράνομες δραστηριότητες, ωστόσο η εικόνα παραμένει αποσπασματική, χωρίς να διαμορφώνεται μια σταθερή και διαρκής παρουσία πρόληψης στην καθημερινότητα των περιοχών.
Η βιομηχανική συγκέντρωση σε περιοχές όπως ο Ασπρόπυργος και η Ελευσίνα έχει αναβαθμίσει τον οικονομικό ρόλο της Δυτικής Αττικής, αλλά η επιβάρυνση μεταφέρεται σε μεγάλο βαθμό στους κατοίκους, με ρύπανση, θόρυβο και κυκλοφοριακή συμφόρηση να αποτελούν μόνιμα χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, οι υποδομές δεν φαίνεται να έχουν ακολουθήσει τον ρυθμό ανάπτυξης. Φθαρμένο οδικό δίκτυο, κυκλοφοριακή πίεση σε βασικούς άξονες και ελλείψεις σε δημόσιες υπηρεσίες διαμορφώνουν μια καθημερινότητα αυξημένων δυσκολιών.
Τέλος, οι κοινωνικές ανισότητες στο εσωτερικό της περιοχής παραμένουν έντονες, με γειτονιές διαφορετικών ταχυτήτων, άτυπη δόμηση και ελλείψεις κοινωνικών δομών να συνθέτουν ένα μωσαϊκό ανισοτήτων που δεν έχει αντιμετωπιστεί συνολικά.
Η Δυτική Αττική εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας της παραγωγικής δραστηριότητας της Αττικής, χωρίς όμως να έχει εξασφαλίσει αντίστοιχο επίπεδο περιβαλλοντικής προστασίας, υποδομών και κοινωνικής ισορροπίας.
Στο επίπεδο της ασφάλειας, η κατάσταση έχει ξεφύγει. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ακραία παραβατικότητα ομάδων, όπως μερίδας των Ρομά, που πλέον δρουν με πλήρη αποθράσυνση: κινούνται οργανωμένα, απειλούν, καταστρέφουν και επιβάλλουν έναν δικό τους νόμο, δείχνοντας ότι δεν φοβούνται τίποτα. Απέναντι σε αυτό, οι τοπικοί δήμοι –με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Δήμο Φυλής– εμφανίζονται ουσιαστικά αδρανείς. Η διαχρονική αυτή απραξία αποδίδεται συχνά από την κοινή γνώμη στο λεγόμενο «πολιτικό κόστος» και στην απροθυμία των αρχών να έρθουν σε ρήξη με μια κρίσιμη δεξαμενή ψηφοφόρων που συντηρεί το σύστημα.
Έτσι, η Δυτική Αττική παραμένει η «πίσω αυλή» του λεκανοπεδίου, μια ωρολογιακή βόμβα που φορτώνεται όλα τα βάρη. Αν δεν υπάρξει άμεση επιβολή του νόμου, αποκατάσταση της ασφάλειας και τέλος στις πελατειακές σκοπιμότητες, η ισορροπία στην περιοχή θα χαθεί οριστικά.


