Του Aλφρέδου Α.
Οι εξαγγελίες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για συμπληρωματικά επιδόματα των 500 και 1.000 ευρώ, με στόχο την προσέλκυση γιατρών και νοσηλευτών στις τοπικές δημόσιες δομές υγείας, αποδεικνύονται στην πράξη «γράμμα κενό». Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες και τις οικονομικές υπερβάσεις πολλών Δήμων, η σκληρή πραγματικότητα της αγοράς τούς διαψεύδει οριζόντια: οι προκηρύξεις παραμένουν άγονες, οι θέσεις δεν καλύπτονται και οι υγειονομικοί απλώς δεν ενδιαφέρονται να «μπλέξουν» με το δημόσιο σύστημα.
Το πρόβλημα δεν είναι το ύψος του δημοτικού επιδόματος, αλλά η ίδια η δομή του συστήματος. Όταν ένας ιδιώτης γιατρός έχει τη δυνατότητα να διατηρεί το ιατρείο του, να ορίζει ελεύθερα τις αμοιβές του και —το κυριότερο— να συνταγογραφεί ανεμπόδιστα φάρμακα και εξετάσεις μέσω της πλατφόρμας της ΗΔΙΚΑ για λογαριασμό του ΕΟΠΥΥ, δεν έχει κανένα απολύτως κίνητρο να κάνει σύμβαση με το κράτος. Γιατί να δεχτεί τις χαμηλές κρατικές αποδοχές, τη γραφειοκρατία και τις δεσμεύσεις, όταν η καθαρή ιδιωτικότητα του προσφέρει οικονομική άνεση και, σε πολλές περιπτώσεις, τη «διευκόλυνση» της υποεκτιμημένης φορολογητέας ύλης;
Απέναντι σε αυτό το τέλμα, τα μεμονωμένα τοπικά βοηθήματα αποτελούν ασπιρίνη για μια σοβαρή, συστημική ασθένεια. Αν η πολιτεία επιθυμεί πραγματικά να έχει γιατρούς στο σύστημα και να προστατεύσει την τσέπη του πολίτη, οφείλει να περάσει άμεσα σε δραστικές και ρηξικέλευθες λύσεις, στηρίζοντας και θεσμοθετώντας την προσπάθεια των Δήμων σε εθνικό επίπεδο.
1. Θεσμική ενδυνάμωση των Δήμων
Οι Δήμοι δεν πρέπει να αφήνονται μόνοι τους να μοιράζουν επιδόματα-πυροσβεστήρες. Απαιτείται κεντρική νομοθετική ρύθμιση που να επιτρέπει στους Δήμους να προσφέρουν ολοκληρωμένα «πακέτα διαβίωσης». Αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν υποχρεωτικά δωρεάν εξασφαλισμένη στέγαση (ειδικά σε νησιωτικές και τουριστικές περιοχές όπου τα ενοίκια είναι απλησίαστα), πλήρη κάλυψη των λειτουργικών εξόδων των ιατρείων και θεσμοθετημένη, σταθερή συμπληρωματική χρηματοδότηση των αποδοχών τους από την κεντρική διοίκηση.
2. Ριζική ανατροπή στις αμοιβές και φορολογικά κίνητρα
Η φιλοσοφία του «μισθού-ψίχουλων» ή των εξευτελιστικών κρατικών τιμολογίων ανά επίσκεψη πρέπει να τελειώσει για όλες τις ιατρικές ειδικότητες. Ο γιατρός πρέπει να αμείβεται με ένα σταθερό, ελκυστικό ποσό ετησίως που να ανταποκρίνεται στην αξία του λειτουργήματός του.
Παράλληλα, αν το κράτος θέλει να χτυπήσει το δέλεαρ της μαύρης οικονομίας, πρέπει να απαντήσει με νόμιμα φορολογικά όπλα. Αντί για επιδόματα που στη συνέχεια εξανεμίζονται στην κλίμακα της εφορίας, απαιτείται αυτοτελής ή δραστικά μειωμένη φορολόγηση (π.χ. με σταθερό συντελεστή 10%) για τα εισοδήματα που προέρχονται αποκλειστικά από τις συμβάσεις με το δημόσιο σύστημα υγείας, το ΕΣΥ ή τις υπηρεσίες προς τους Δήμους. Μόνο έτσι το Δημόσιο θα γίνει ξανά ανταγωνιστικό απέναντι στην καθαρή ιδιωτικότητα.
3. Το παράδοξο των διαγνωστικών εξετάσεων
Η στρέβλωση του συστήματος, όμως, δεν σταματά στο ιατρικό προσωπικό, αλλά επεκτείνεται και στις απαραίτητες διαγνωστικές εξετάσεις. Ο ΕΟΠΥΥ υποτίθεται ότι καλύπτει τον πολίτη, αλλά η πραγματικότητα στα συμβεβλημένα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα είναι αποκαρδιωτική. Όταν ο ασθενής επιχειρεί να κλείσει ραντεβού χρησιμοποιώντας το κρατικό παραπεμπτικό, έρχεται αντιμέτωπος με μεγάλες αναμονές.
Τα κέντρα, πιεζόμενα από τα κρατικά κουρέματα (clawback και rebate), βάζουν «κόφτες» και προτιμούν τους πελάτες που πληρώνουν εξολοκλήρου από την τσέπη τους, οι οποίοι εξυπηρετούνται αυθημερόν. Έτσι, ο πολίτης που έχει ανάγκη μια άμεση διάγνωση εκβιάζεται έμμεσα: ή θα περιμένει εβδομάδες με ρίσκο για την υγεία του, ή θα αναγκαστεί να πληρώσει την εξέταση ιδιωτικά.
4. Η συνταγογράφηση και η εκτέλεση προϋποθέτουν «κοινωνικό αντίδωρο»
Αν τα θετικά κίνητρα δεν αποδώσουν, το κράτος οφείλει να χρησιμοποιήσει τα ισχυρά θεσμικά εργαλεία που διαθέτει: το δικαίωμα της ηλεκτρονικής συνταγογράφησης για τους γιατρούς και τους όρους των συμβάσεων για τα διαγνωστικά κέντρα. Δεν μπορεί το δημόσιο σύστημα να χρηματοδοτεί και να διευκολύνει την πελατεία του ιδιωτικού τομέα χωρίς αντίκρισμα για τον ασφαλισμένο.
- Για τους ιδιώτες γιατρούς: Για να διατηρεί ένας μη συμβεβλημένος γιατρός το προνόμιο πρόσβασης στην πλατφόρμα της ΗΔΙΚΑ (ώστε να συνταγογραφεί φάρμακα και εξετάσεις που αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ), θα πρέπει υποχρεωτικά να διαθέτει ένα συγκεκριμένο block ωρών την εβδομάδα (π.χ. 10 ώρες) για τη δωρεάν εξέταση ασφαλισμένων, είτε στο ιατρείο του είτε σε δημοτικές δομές. Φυσικά, ο γιατρός θα αμείβεται κανονικά και αξιοπρεπώς για τον χρόνο αυτό από το κράτος, διασφαλίζοντας ότι η παροχή είναι δωρεάν αποκλειστικά για τον πολίτη. Όποιος επιλέγει την απόλυτη ιδιωτικότητα, θα πρέπει να συνταγογραφεί και ιδιωτικά.
- Για τα διαγνωστικά κέντρα: Εδώ η υποχρέωση είναι ήδη άμεση και δεδομένη βάσει σύμβασης, αλλά καταστρατηγείται στην πράξη. Το κράτος οφείλει να επιβάλει αυστηρές ρήτρες: η διατήρηση της σύμβασης με τον ΕΟΠΥΥ θα πρέπει να εξαρτάται από την υποχρεωτική, αναλογική διάθεση των καθημερινών ραντεβού σε κατόχους κρατικών παραπεμπτικών. Αν ένα κέντρο αρνείται ή κωλυσιεργεί να εξυπηρετήσει τον ασφαλισμένο, θα πρέπει να αντιμετωπίζει άμεση καταγγελία της σύμβασης και απώλεια της κρατικής χρηματοδότησης.
Το αδιέξοδο του πολίτη: Η Υγεία μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας
Πού ωθεί όμως, τελικά, αυτή η πολιτική την Υγεία; Η απάντηση είναι ξεκάθαρη: σε μια βίαιη, έμμεση ιδιωτικοποίηση, όπου το δικαίωμα στη θεραπεία εξαρτάται αποκλειστικά από το βάθος της τσέπης του καθενός. Η κεντρική διοίκηση, αρνούμενη να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος, σπρώχνει συνειδητά το σύστημα σε μια κατάσταση όπου το Δημόσιο λειτουργεί απλώς ως «τροχονόμος» ιδιωτικών συμφερόντων.
Όταν ο πολίτης βρεθεί στην ανάγκη για μια σοβαρή θεραπεία, μια διάγνωση ή μια χειρουργική επέμβαση, έρχεται αντιμέτωπος με μια εφιαλτική πραγματικότητα:
- Οι λίστες της ντροπής: Στα δημόσια νοσοκομεία, οι αναμονές για ένα τακτικό χειρουργείο ή μια εξειδικευμένη θεραπεία μετρούν πολλούς μήνες.
- Το εκβιαστικό δίλημμα: Ο ασθενής δεν έχει τον χρόνο να περιμένει· η κατάσταση της υγείας του τον πιέζει. Έτσι, οδηγείται αναγκαστικά είτε στα θεσμοθετημένα πλέον απογευματινά χειρουργεία του ΕΣΥ (πληρώνοντας νόμιμο «γρηγορόσημο» στο κράτος), είτε απευθείας στις ιδιωτικές κλινικές και στα διαγνωστικά κέντρα.
- Οι τιμές ξεφεύγουν, τα αδιέξοδα μεγαλώνουν: Τα ποσά που καλείται να καταβάλει ένας μέσος οικογενειάρχης, ένας χαμηλόμισθος ή ένας συνταξιούχος είναι δυσβάσταχτα. Οι τιμές για μια αξιοπρεπή και έγκαιρη χειρουργική επέμβαση στον ιδιωτικό τομέα, ή ακόμα και οι συμμετοχές σε νοσήλια, εξετάσεις και νέα ακριβά φάρμακα, αγγίζουν πλέον χιλιάδες ευρώ. Ζητούνται ποσά-μαμούθ για τα δεδομένα των σημερινών μισθών.
Η κατάσταση είναι εξαιρετικά σοβαρή. Οικογένειες καταστρέφονται οικονομικά, ρευστοποιούν οικονομίες μιας ζωής ή δανείζονται, απλώς και μόνο για να εξαγοράσουν τον χρόνο και την υγεία τους. Το αδιέξοδο είναι καθολικό. Η Υγεία έχει πάψει να είναι κοινωνικό αγαθό και έχει μετατραπεί σε ένα ακριβά κοστολογημένο εμπόρευμα.
Απέναντι σε αυτή την καθολική απαξίωση, είναι σαφές ότι τα επιδόματα των Δήμων δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της κατάρρευσης. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δείχνει τον δρόμο της ευθύνης, αλλά η κεντρική εξουσία οφείλει να σταματήσει να εθελοτυφλεί. Η υγεία των πολιτών δεν είναι πεδίο δημοσιονομικών πειραμάτων ούτε αγοραίας διευθέτησης. Αν δεν υιοθετηθούν τώρα τολμηρές, δομικές μεταρρυθμίσεις —όπως αυτές που προαναφέρθηκαν— το «δωρεάν ΕΣΥ» θα παραμείνει μια μακρινή ανάμνηση και η πρόσβαση στην περίθαλψη θα μετατραπεί οριστικά σε προνόμιο των λίγων.


