
Η επαναφορά του σχεδίου δημιουργίας Επιχειρηματικού Πάρκου Διακίνησης Εμπορευμάτων στη Φυλή, μέσα από πρόσφατες δημοσιεύσεις που αποκαλύπτουν συζητήσεις μεταξύ των Υπουργείων Περιβάλλοντος και Μεταφορών με τον Δήμο για χρηματοδότηση μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), αποδεικνύει ότι το θέμα όχι μόνο δεν έχει κλείσει, αλλά επανέρχεται δυναμικά.
Η συζήτηση για τη δημιουργία Επιχειρηματικού Πάρκου στη Φυλή δεν είναι μια ουδέτερη τεχνική επιλογή. Είναι μια βαθιά πολιτική απόφαση που αποκαλύπτει, για ακόμη μία φορά, πώς αντιλαμβάνονται ο Δήμαρχος, το Δημοτικό Συμβούλιο και η Δημοτική Επιτροπή τον ρόλο τους: όχι ως υπερασπιστές της τοπικής κοινωνίας, αλλά ως διευκολυντές ενός σχεδιασμού που φορτώνει ξανά την ίδια περιοχή με βάρη που δεν της αναλογούν.
Και το πιο προκλητικό; Δεν μπορούν να επικαλεστούν άγνοια. Γνωρίζουν πολύ καλά – από πρώτο χέρι – τι σημαίνει για τους κατοίκους της Φυλής και συνολικά της Δυτικής Αττικής η συσσώρευση δραστηριοτήτων βαριάς όχλησης. Γνωρίζουν τι σημαίνει καθημερινή διέλευση βαρέων οχημάτων, τι σημαίνει ατμοσφαιρική επιβάρυνση, τι σημαίνει υποβάθμιση της ποιότητας ζωής. Το έχουν ζήσει οι ίδιοι και το ζουν οι δημότες τους εδώ και χρόνια.
Κι όμως, επιλέγουν να συναινέσουν.
Μας μιλούν για «ανάπτυξη», για «επενδύσεις», για «θέσεις εργασίας». Αποφεύγουν όμως να πουν την αλήθεια: δεν πρόκειται για ανάπτυξη, αλλά για μεταφορά προβλήματος. Ο Ελαιώνας αποσυμφορείται και η Φυλή επιβαρύνεται. Το κέντρο ανακουφίζεται και η Δυτική Αττική φορτώνεται ακόμη περισσότερο. Αυτό δεν είναι ισόρροπη ανάπτυξη. Είναι περιβαλλοντική και κοινωνική ανισότητα με καθαρή πολιτική σφραγίδα.
Η στάση της Δημοτικής Αρχής δεν είναι ουδέτερη. Όταν συναινεί, όταν διευκολύνει, όταν αποφεύγει να συγκρουστεί, τότε δεν είναι απλός παρατηρητής. Είναι συνδιαμορφωτής. Και άρα συνυπεύθυνος. Η ευθύνη αυτή δεν βαραίνει μόνο τον Δήμαρχο, αλλά συνολικά το Δημοτικό Συμβούλιο και τη Δημοτική Επιτροπή που επιλέγουν να στηρίξουν έναν σχεδιασμό ο οποίος εντείνει ένα ήδη κορεσμένο περιβαλλοντικό φορτίο.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η σιωπή απέναντι στις διαχρονικές ασυνέπειες του κράτους. Οι κάτοικοι έχουν ακούσει πολλές υποσχέσεις στο παρελθόν. Υποσχέσεις για ελέγχους που δεν έγιναν ποτέ, για μέτρα που έμειναν στα χαρτιά, για αντισταθμιστικά οφέλη που δεν ήρθαν ποτέ. Γιατί να πιστέψουν τώρα; Με ποια εγγύηση; Με ποια αξιοπιστία;
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα προχωρήσει ένα έργο. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει για τη ζωή των κατοίκων και με ποιο δικαίωμα τους ζητά, για ακόμη μία φορά, να σηκώσουν ένα βάρος που άλλοι δεν θέλουν. Όταν μια περιοχή μετατρέπεται συστηματικά σε αποδέκτη δραστηριοτήτων που αλλού θεωρούνται ανεπιθύμητες, τότε δεν μιλάμε για ανάπτυξη. Μιλάμε για επιβολή.
Η Φυλή δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως η «εύκολη λύση». Και όσοι το γνωρίζουν, αλλά παρ’ όλα αυτά συναινούν, δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από τεχνικούς όρους, χρηματοδοτικά εργαλεία ή επικοινωνιακά συνθήματα. Η ευθύνη τους είναι πολιτική, είναι σαφής και είναι βαριά.
Και αυτή τη φορά, δεν μπορεί να περάσει σιωπηλά.
Ο Παρατηρητής

