Μισθοί και συντάξεις αναμένεται να αυξηθούν το 2027, αλλά το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο θα βελτιωθεί πραγματικά η ζωή των πολιτών. Όταν οι αυξήσεις περιορίζονται από τον πληθωρισμό, ενώ το αφορολόγητο δεν αναπροσαρμόζεται αντίστοιχα, τα ποσοστά των ανακοινώσεων δεν λένε ολόκληρη την αλήθεια.
Το προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού για το 2027 περιλαμβάνει αυξήσεις στις αποδοχές των εργαζομένων, αναπροσαρμογή των συντάξεων, ενίσχυση του κατώτατου μισθού και οικονομικές παροχές για συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών.
Οι προβλέψεις κάνουν λόγο για αύξηση 3,9% στις ονομαστικές αμοιβές ανά εργαζόμενο, αύξηση 2,8% στις συντάξεις και κατώτατο μισθό που θα προσεγγίσει τα 960 ευρώ μικτά από τον Απρίλιο του 2027. Παράλληλα, προβλέπεται ετήσια ενίσχυση 400 ευρώ για τους δικαιούχους συνταξιούχους και επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά για τους εργαζομένους στο Δημόσιο τον Δεκέμβριο του 2027. Πρόκειται για προβλέψεις και μέτρα που πρέπει να εξετάζονται με βάση το στάδιο υλοποίησής τους.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι πόσα χρήματα αναγράφονται στους πίνακες του προϋπολογισμού. Είναι πόσα θα μένουν τελικά στο πορτοφόλι.
Αυξήσεις που δεν αλλάζουν τη ζωή
Σύμφωνα με το προσχέδιο, οι ονομαστικές αμοιβές ανά εργαζόμενο αναμένεται να αυξηθούν κατά 3,9% το 2027. Σε πραγματικούς όρους, όμως, η αύξηση εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 1,4%, αφού ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός.
Η διαφορά είναι καθοριστική. Ο εργαζόμενος δεν αγοράζει τρόφιμα με ποσοστά αύξησης, ούτε πληρώνει το ενοίκιο με κυβερνητικές προβλέψεις. Πληρώνει με τα χρήματα που έχει στη διάθεσή του.
Την ίδια στιγμή, περίπου ένας στους τρεις μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα εξακολουθεί να λαμβάνει λιγότερα από 1.000 ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο σχετικό δημοσίευμα.
Για έναν άνθρωπο που καλείται να καλύψει ενοίκιο, τρόφιμα, ενέργεια και μετακινήσεις, ακόμη και μια ονομαστική αύξηση μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής. Ιδίως όταν οι τιμές έχουν ήδη ανέβει και οι οικογενειακές δαπάνες απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος.
Το αφορολόγητο που μένει πίσω
Υπάρχει και μια παράμετρος που δεν πρέπει να παραβλέπεται. Το αφορολόγητο όριο δεν αυξάνεται αντίστοιχα με τις ονομαστικές αποδοχές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος θα πληρώσει υποχρεωτικά περισσότερο φόρο. Σημαίνει, όμως, ότι η αύξηση του μισθού δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε ισόποση αύξηση του καθαρού εισοδήματος. Ανάλογα με το ύψος των αποδοχών, την οικογενειακή κατάσταση και τη φορολογική κλίμακα, ένα μέρος της αύξησης μπορεί να επιβαρυνθεί με φόρο.
Γιατί, λοιπόν, η συζήτηση περιορίζεται στα ποσοστά των αυξήσεων και δεν εξετάζεται παράλληλα η αναπροσαρμογή του αφορολόγητου, ώστε να ενισχυθεί ουσιαστικότερα το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων;
Η πραγματική οικονομική ενίσχυση πρέπει να μετριέται μετά τους φόρους και τις κρατήσεις, όχι πριν από αυτούς.
Οι συνταξιούχοι και η αριθμητική της επιβίωσης
Για το 2027 προβλέπεται αύξηση 2,8% στις συντάξεις, χωρίς συμψηφισμό με την προσωπική διαφορά. Πρόκειται για αλλαγή που επιτρέπει σε περισσότερους συνταξιούχους να δουν πραγματική αύξηση στην καταβολή τους.
Αλλά ας δούμε τι σημαίνουν τα ποσοστά στην καθημερινότητα.
Σε σύνταξη 800 ευρώ, μια αύξηση 2,8% αντιστοιχεί σε 22,40 ευρώ τον μήνα. Σε σύνταξη 1.000 ευρώ, αντιστοιχεί σε 28 ευρώ, πριν από τυχόν άλλες επιδράσεις.
Η ετήσια ενίσχυση των 400 ευρώ μπορεί να προσφέρει μια προσωρινή ανάσα στους δικαιούχους. Δεν αντικαθιστά, όμως, μια επαρκή μηνιαία σύνταξη, ούτε λύνει το πρόβλημα όσων δυσκολεύονται να καλύψουν σταθερά τις βασικές τους ανάγκες.
Ο συνταξιούχος δεν έχει ανάγκη μόνο από μια έκτακτη ενίσχυση τον Νοέμβριο. Χρειάζεται εισόδημα που να επαρκεί κάθε μήνα, χωρίς να αναγκάζεται να επιλέγει ποιον λογαριασμό θα αφήσει απλήρωτο.
Η ανάπτυξη για ποιον;
Οι προβλέψεις περιλαμβάνουν επίσης νέες αυξήσεις του κατώτατου μισθού, εφαρμογή τριετιών για όσους τις δικαιούνται, μείωση ασφαλιστικών εισφορών στον ιδιωτικό τομέα και αντίστοιχες αναπροσαρμογές στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων.
Κάποια από αυτά τα μέτρα μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση. Δεν αρκούν, όμως, από μόνα τους για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της χαμηλής αγοραστικής δύναμης.
Μια οικονομία δεν κρίνεται μόνο από τους ρυθμούς ανάπτυξης, τα δημοσιονομικά αποτελέσματα ή τα ποσοστά αύξησης των μισθών. Κρίνεται και από το αν ο εργαζόμενος μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς από την εργασία του, αν ο συνταξιούχος μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του και αν η βελτίωση των οικονομικών δεικτών γίνεται αισθητή στην καθημερινότητα.
Γιατί πραγματική αύξηση δεν είναι να παίρνεις λίγα περισσότερα και να τα χάνεις στις ανατιμήσεις, στους φόρους και στους λογαριασμούς. Πραγματική αύξηση είναι να μπορείς να αγοράζεις περισσότερα με τα χρήματα που κερδίζεις.
Όσο αυτό δεν γίνεται αισθητό στην καθημερινή ζωή, οι αυξήσεις μπορεί να φαίνονται σημαντικές στους πίνακες του προϋπολογισμού, αλλά για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θα εξακολουθούν να μοιάζουν με ψίχουλα.

