
Αυτό που συμβαίνει καθημερινά στα ελληνικά φαρμακεία δεν είναι απλώς γραφειοκρατικό αλαλούμ. Είναι ένας στεγνός εμπαιγμός, μια θεσμοθετημένη ληστεία σε βάρος των πολιτών που πληρώνουν μια ζωή ασφαλιστικές εισφορές για να εισπράττουν αδιαφορία, κρυφά χαράτσια και οικονομικό αδιέξοδο.
Το παράδειγμα ενός κοινού αντιβιοτικού, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Με λιανική τιμή στα 11,08 ευρώ, ο ΕΟΠΥΥ «αναγνωρίζει» ως ασφαλιστική τιμή μόλις τα 7,20 ευρώ. Ο ασφαλισμένος πληρώνει το 25% της ασφαλιστικής τιμής (1,80€), ολόκληρη τη καπέλο-διαφορά των 3,88€, συν το υποχρεωτικό χαράτσι του 1€ για τη συνταγή. Στο γκισέ, το φάρμακο των 11,08€ του κοστίζει 6,68 ευρώ από την τσέπη του. Δηλαδή, αντί για το ονομαστικό 25%, ο ασφαλισμένος καλείται να πληρώσει στην πράξη το 60,3% της συνολικής τιμής του φαρμάκου!
Αν προσθέσει κανείς και τα 10 ευρώ της ελάχιστης επίσκεψης στον γιατρό —καθώς τα δημόσια ραντεβού είναι άφαντα— το συνολικό κόστος φτάνει τα 16,68 ευρώ. Ο ασφαλισμένος δηλαδή πληρώνει 5,60 ευρώ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ από όσο κάνει το φάρμακο αν το αγόραζε απευθείας!
Και αν αυτό συμβαίνει σε ένα φάρμακο των 11 ευρώ, τι γίνεται στα ακριβότερα;
Εδώ η κατάσταση μετατρέπεται σε εφιάλτη. Το μοντέλο αυτό αντανακλάται σχεδόν στο σύνολο της φαρμακευτικής αγοράς. Σε φάρμακα για χρόνιες παθήσεις, καρδιολογικά, διαβήτη, αναπνευστικά ή βαριές λοιμώξεις, όπου οι λιανικές τιμές εκτοξεύονται στα 50, 80 ή 120 ευρώ, η «ψαλίδα» μεταξύ λιανικής και ασφαλιστικής τιμής γίνεται χαώδης.
Εκεί, η υποτιθέμενη «συμμετοχή 25%» είναι ένα τεράστιο ψέμα: ο ασθενής καλείται να πληρώσει 30, 40 ή και 50 ευρώ πραγματική επιβάρυνση για μία και μόνο μηνιαία θεραπεία! Για έναν συνταξιούχο των 600 ευρώ ή έναν μισθωτό που χρειάζεται 3-4 διαφορετικά σκευάσματα το μήνα, το προσχηματικό «ταμείο» μετατρέπεται σε θηλιά στον λαιμό.
Το πιο εξοργιστικό είναι ο βίαιος εγκλωβισμός του πολίτη:
- Δεν μπορεί να προσπεράσει τη συνταγογράφηση, αφού τα περισσότερα φάρμακα απαιτούν υποχρεωτικά ιατρική γνωμάτευση βάσει νόμου.
- Δεν γλιτώνει το χαράτσι, αφού οι λιανικές τιμές των εταιρειών αυξάνονται, ενώ οι τιμές αναφοράς του ΕΟΠΥΥ μένουν καθηλωμένες για να φορτώνεται τη διαφορά ο ασθενής.
Αυτό το αλισβερίσι είναι συνειδητή πολιτική επιλογή. Οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι καταβάλλουν κάθε μήνα βαριές εισφορές υγείας.
Όταν τα δημόσια νοσοκομεία υποστελεχώνονται, τα δωρεάν ραντεβού εξαντλούνται εντός λεπτών, ο ασθενής πληρώνει το γιατρό, πληρώνει τη συμμετοχή, πληρώνει τη διαφορά τιμής και πληρώνει μέχρι και το ίδιο το χαρτί της συνταγής, η δημόσια υγεία μετατρέπεται πλέον εκ των πραγμάτων σε ιδιωτική. Το ερώτημα που τίθεται επιτακτικά προς την πολιτεία είναι απλό: Ποιο είναι το νόημα της υποχρεωτικής ασφάλισης, όταν ο πολίτης καλείται να πληρώνει ξανά και ξανά για να έχει πρόσβαση στα στοιχειώδη;


