Διαβάζοντας σήμερα στον Τύπο το ρεπορτάζ για τη πιθανή μετεγκατάσταση των πρακτορείων μεταφορών από τον Ελαιώνα στο Θριάσιο, σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως για την κατάρρευση του σχεδίου στη Φυλή έφταιξε μια απλή οικονομική διαφωνία. Η κυρίαρχη αφήγηση θέλει το εγχείρημα να ναυάγησε επειδή ο Δήμος Φυλής προέβαλε «υπέρογκες απαιτήσεις» και οι επενδυτές δεν τα βρήκαν στην αποτίμηση της γης, με αποτέλεσμα ο διαγωνισμός να αποβεί άγονος.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά βολική εξήγηση που αναπαράγεται αβασάνιστα, καλύπτοντας τις διαχρονικές κρατικές ανεπάρκειες. Η «καραμέλα» περί «απαιτήσεων του Δήμου» χρησιμοποιείται ως προπέτασμα καπνού. Παράλληλα, βολεύει την εκάστοτε δημοτική αρχή να περιενδύεται τον μανδύα του «θεματοφύλακα», δηλώνοντας με βερμπαλισμό: «Τιμάω τον όρκο μου και δεν ξεπουλάω την κληρονομιά των προγόνων μου!»
Αν το πρόβλημα ήταν πράγματι μόνο το τίμημα της γης, η Πολιτεία θα είχε βρει τις απαραίτητες θεσμικές και χρηματοδοτικές λύσεις για να γεφυρώσει το χάσμα. Η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τους τίτλους των ειδήσεων είναι πολύ πιο ουσιαστική.
Γιατί απέτυχε πραγματικά το σχέδιο της Φυλής
Όπως παραλείπεται συστηματικά να αναλυθεί στα δημοσιεύματα, οι μεταφορικές επιχειρήσεις δεν αρνήθηκαν να πάνε στη Φυλή από καπρίτσιο ή λόγω των απαιτήσεων του Δήμου. Αρνήθηκαν επειδή το κράτος τους ζητούσε να μετακομίσουν σε μια περιοχή χωρίς τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις:
- Απουσία Κρατικής Χρηματοδότησης & Υποδομών: Η Πολιτεία επιχείρησε για άλλη μια φορά να μετακυλήσει το κόστος δημιουργίας υποδομών στους ιδιώτες και τους επαγγελματίες, χωρίς να παρέχει σοβαρή κρατική χρηματοδότηση ή έτοιμα οδικά και τεχνικά έργα.
- Η γειτνίαση με τη Χωματερή: Η παρουσία του ΧΥΤΑ στην ευρύτερη περιοχή καθιστούσε το περιβάλλον παντελώς ακατάλληλο για την ανάπτυξη ενός σύγχρονου, λειτουργικού και υγιεινού εμπορευματικού κέντρου.
- Η παραβατικότητα και η ασφάλεια: Η άρνηση των επαγγελματιών να μεταφερθούν σε μια περιοχή με οξυμένα και άλυτα προβλήματα παραβατικότητας ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Κανένας επιχειρηματίας δεν ρισκάρει εμπορεύματα εκατομμυρίων ευρώ και την ασφάλεια του προσωπικού του σε έναν αφύλακτο και επισφαλή χώρο.
Το αδιέξοδο με τα 4.500 φορτηγά
Τα ρεπορτάζ παραθέτουν τους αριθμούς: περίπου 250 ενεργές μεταφορικές εταιρείες στον Ελαιώνα, 4.500 φορτηγά του κλάδου και άλλα 4.000 φορτηγά πελατών καθημερινά. Αυτό όμως που προσπερνούν είναι η ουσία αυτών των αριθμών. Μιλάμε για έναν τεράστιο όγκο βαρέων οχημάτων, ο οποίος επιχειρήθηκε να «μεταφυτευτεί» σε μια περιοχή χωρίς να έχουν προηγηθεί τα απαραίτητα συνοδά έργα προσβασιμότητας.
Ορθώς υπήρχε και υπάρχει έντονη επιφύλαξη από τον κόσμο και τους επαγγελματίες. Πώς θα κυκλοφορούσαν αυτά τα χιλιάδες φορτηγά μέσα στον αστικό ιστό χωρίς νέες αρτηρίες και κόμβους; Η τακτική του «μετακομίζουμε τώρα και τα έργα τα βλέπουμε μετά» δεν πείθει πλέον κανέναν. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι ίδιοι οι μεταφορείς, στην Ελλάδα «ουδέν μονιμότερο του προσωρινού» — μια πικρή αλήθεια για επιχειρήσεις που βρίσκονται στον Βοτανικό από το 1976 με την υπόσχεση ότι «σε 2-3 χρόνια θα φύγουν».
Η διερεύνηση της μεταφοράς στο Θριάσιο
Μετά την οριστική εγκατάλειψη της Φυλής, τα δημοσιεύματα αποκαλύπτουν πως η κυβέρνηση στρέφεται πλέον στη διερεύνηση της μεταφοράς στο Θριάσιο Πεδίο. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης έδωσε εντολή στη Μονάδα PPF του Υπερταμείου να διερευνήσει και να αξιολογήσει τη λειτουργική και οικονομική βιωσιμότητα της πρότασης για δέσμευση περίπου 500 στρεμμάτων δίπλα στο υπό κατασκευή Θριάσιο Εμπορευματικό Κέντρο, ενώ παράλληλα διερευνάται και η δυνατότητα προσωρινής φιλοξενίας ορισμένων εταιρειών στο αμαξοστάσιο της ΓΑΙΑΟΣΕ.
Η λύση του Θριασίου αποτελούσε εξ αρχής πρόταση των ίδιων των φορέων των μεταφορών (όπως της Πανελλήνιας Ένωσης Επιχειρήσεων Διαμεταφοράς), καθότι διαθέτει τα αυτονόητα:
- Έτοιμες δημόσιες υποδομές (Αττική Οδός, απευθείας σιδηροδρομική σύνδεση με το λιμάνι του Πειραιά).
- Δυνατότητα συνέργειας με το Θριάσιο Εμπορευματικό Κέντρο και το Θριάσιο 2.
- Ορθολογική πολεοδομική χωροθέτηση μακριά από οικιστικούς ιστούς και επιβαρυμένες περιοχές.
Όσα διαβάζουμε στον Τύπο περί «διαφορών Δήμου και επενδυτών» αποτελούν μια φθηνή υπεραπλούστευση που αποσκοπεί στο να βγάλει το κράτος από το κάδρο των ευθυνών.
Ο διαγωνισμός στη Φυλή δεν ναυάγησε στα χαρτιά των εκτιμητών, αλλά στην ίδια την πραγματικότητα. Απέτυχε επειδή η Πολιτεία απαίτησε από έναν ολόκληρο παραγωγικό κλάδο να μεταφερθεί στο «απόλυτο μηδέν» — χωρίς δημόσιες υποδομές, χωρίς χρηματοδοτική στήριξη, δίπλα σε μια χωματερή και σε συνθήκες πλήρους απουσίας ασφάλειας. Η αναγκαστική στροφή στη διερεύνηση της λύσης του Θριασίου αποδεικνύει ότι μόνο όταν αξιοποιούνται υπαρκτές υποδομές και σοβαρός σχεδιασμός μπορεί να υπάρξει πραγματική προοπτική.

