
Το Αστυνομικό Τμήμα Άνω Λιοσίων δεν αποτελεί απλώς μια δημόσια υπηρεσία που χρειάζεται ανακαίνιση. Αποτελεί μια ζωντανή απόδειξη της εγκατάλειψης που βιώνουν καθημερινά τόσο οι αστυνομικοί όσο και οι πολίτες που αναγκάζονται να εξυπηρετηθούν εκεί.
Όποιος περάσει την είσοδο του κτιρίου αντιλαμβάνεται αμέσως ότι ο χρόνος έχει σταματήσει πριν από πολλές δεκαετίες. Δεν υπάρχουν ούτε οι στοιχειώδεις υποδομές για την αξιοπρεπή εξυπηρέτηση των δημοτών. Πολίτες, ηλικιωμένοι, άτομα με κινητικές δυσκολίες, μητέρες με παιδιά περιμένουν όρθιοι για ώρες, καθώς οι καρέκλες είναι ελάχιστες ή ανύπαρκτες. Κλιματιζόμενος χώρος αναμονής ουσιαστικά δεν υπάρχει, ενώ τα λιγοστά κλιματιστικά που βρίσκονται στο κτίριο, καταπονημένα από δεκαετίες λειτουργίας, αδυνατούν να δροσίσουν τους χώρους, ιδιαίτερα μέσα στο κατακαλόκαιρο.
Ανελκυστήρας δεν υπάρχει. Οι πόρτες και τα παράθυρα βρίσκονται σε τραγική κατάσταση. Οι τοίχοι είναι μαυρισμένοι από την υγρασία και τον χρόνο. Τα γραφεία, οι καρέκλες και ο υπόλοιπος εξοπλισμός θυμίζουν άλλη εποχή. Οι υπολογιστές και τα τεχνολογικά μέσα είναι πεπαλαιωμένα, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο το έργο των αστυνομικών, οι οποίοι καλούνται να εργαστούν κάτω από απαράδεκτες συνθήκες.
Ακόμη και τα υπηρεσιακά περιπολικά φανερώνουν την εγκατάλειψη. Παλαιά οχήματα, με χιλιάδες χιλιόμετρα στην πλάτη τους, σε άθλια μηχανολογική κατάσταση, συνεχίζουν να καλούνται να ανταποκριθούν στις ανάγκες μιας από τις πιο δύσκολες περιοχές της Αττικής.
Η εικόνα έξω από το κτίριο δεν είναι καλύτερη. Ο περιβάλλων χώρος είναι γεμάτος από εγκαταλελειμμένα, ακινητοποιημένα και κατασχεμένα οχήματα, δημιουργώντας μια εικόνα που περισσότερο παραπέμπει σε διαλυτήριο παρά σε Αστυνομικό Τμήμα μιας μεγάλης πόλης.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, υπάρχει και το σοβαρό πρόβλημα της υποστελέχωσης. Οι οργανικές θέσεις του Τμήματος ανέρχονται σε 62. Στα χαρτιά υπηρετούν περίπου 40 αστυνομικοί. Στην πραγματικότητα όμως, λόγω των συνεχών αποσπάσεων σε άλλες υπηρεσίες, οι αστυνομικοί που βρίσκονται καθημερινά στο Τμήμα δεν ξεπερνούν τους 20. Με αυτό το προσωπικό καλούνται να αστυνομεύσουν μία από τις πιο απαιτητικές περιοχές της Αττικής.
Και ύστερα όλοι αναρωτιούνται γιατί δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά η εγκληματικότητα.
Το ερώτημα όμως δεν απευθύνεται μόνο στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Απευθύνεται και στη δημοτική αρχή.
Πώς είναι δυνατόν ένας Δήμος που κάθε χρόνο διαθέτει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για συναυλίες, φιέστες, πανηγύρια και εκδηλώσεις δημοσίων σχέσεων να ανέχεται αυτή την εικόνα στο Αστυνομικό Τμήμα της πόλης του; Πώς είναι δυνατόν να συζητούνται επί ώρες στα δημοτικά συμβούλια οι προϋπολογισμοί των εκδηλώσεων και να μην ακούγεται ούτε μία σοβαρή παρέμβαση για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι αστυνομικοί και οι πολίτες που εξυπηρετούνται εκεί;
Αν η απάντηση είναι ότι ο Δήμος δεν έχει αρμοδιότητα για το κτίριο, τότε έχει τουλάχιστον την υποχρέωση να διεκδικεί, να πιέζει, να καταγγέλλει δημόσια και να απαιτεί λύσεις. Όχι να σιωπά.
Εκτός κι αν κανείς από τους δημοτικούς συμβούλους δεν έχει περάσει ποτέ το κατώφλι του Αστυνομικού Τμήματος Άνω Λιοσίων. Αν όμως το έχουν επισκεφθεί και εξακολουθούν να σιωπούν, τότε η αδιαφορία τους είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Η ασφάλεια των πολιτών δεν διασφαλίζεται με πανηγύρια, κορδέλες και φωτογραφίες. Διασφαλίζεται με σύγχρονες υποδομές, επαρκές προσωπικό και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας για τους ανθρώπους που υπηρετούν καθημερινά την κοινωνία.
Σήμερα, το Αστυνομικό Τμήμα Άνω Λιοσίων αποτελεί ντροπή για την Πολιτεία, ντροπή για την Τοπική Αυτοδιοίκηση και ντροπή για όλους όσοι γνώριζαν και δεν έκαναν τίποτα.


