
Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τη νέα άνοδο των τιμών στα καύσιμα, ακούγεται ξανά το γνωστό επιχείρημα: «ανεβαίνουν οι τιμές της βενζίνης και του πετρελαίου, άρα θα αναγκαστούν οι επιχειρήσεις να αυξήσουν τις τιμές σε προϊόντα και υπηρεσίες». Το άκουσμα αυτό προκαλεί εύλογα ερωτήματα σε όσους θυμούνται τι είχε συμβεί μόλις πριν από τρία χρόνια.
Το φθινόπωρο του 2022 και κατά τη διάρκεια του 2023, η απλή αμόλυβδη βενζίνη είχε ξεπεράσει τα 2,30 ευρώ το λίτρο, φτάνοντας τον Ιούλιο του 2022 έως και τα 2,468 ευρώ σε πανελλαδικό επίπεδο. Τότε, είδαμε ένα κύμα ανατιμήσεων σχεδόν στο σύνολο της αγοράς. Μεταφορικά, είδη διατροφής, πρώτες ύλες, ακόμα και υπηρεσίες που δεν σχετίζονταν άμεσα με τα καύσιμα – όλα πήραν την ανιούσα. Η δικαιολογία ήταν παντού η ίδια: το αυξημένο κόστος ενέργειας και μεταφοράς.
Τότε, όλοι περίμεναν ότι όταν οι τιμές των καυσίμων θα υποχωρούσαν, θα ακολουθούσε ανάλογη μείωση στα ράφια. Αυτό όμως δεν έγινε ποτέ. Οι τιμές των προϊόντων παρέμειναν σταθερά υψηλές, «κλειδωμένες» στα επίπεδα που είχαν φτάσει στην κορύφωση της κρίσης. Κανένα σούπερ μάρκετ, κανένας προμηθευτής, καμία αλυσίδα δεν έσπευσε να επιστρέψει το περιθώριο κέρδους που είχε αποκομίσει. Η λογική ήταν απλή: αφού ο καταναλωτής συνήθισε τις νέες τιμές, γιατί να τις μειώσει κανείς;
Σήμερα, λοιπόν, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο άλλοθι. Οι τιμές των καυσίμων αυξάνονται ξανά και αμέσως ακούγονται απειλές για νέες ανατιμήσεις. Ας παψουν πια τα παπαγαλάκια να κινδυνολογούν και να λειτουργούν υπέρ της κερδοσκοπίας. Μα ποιες ανατιμήσεις; Οι τιμές στα προϊόντα έχουν ήδη προσαρμοστεί εδώ και τρία χρόνια στα υψηλά επίπεδα που είχαν διαμορφωθεί όταν η βενζίνη ήταν στα 2,30 – 2,46 ευρώ. Το κόστος μεταφοράς που είχε αυξηθεί προσωρινά είχε ήδη ενσωματωθεί μόνιμα στην τελική τιμή. Από εκείνο το διάστημα μέχρι σήμερα, τα καύσιμα είχαν διακυμάνσεις, κάποιες φορές σημαντικές προς τα κάτω, χωρίς ποτέ να δούμε ανάλογη πτώση στα είδη πρώτης ανάγκης.
Αυτό που περιγράφεται στην οικονομική θεωρία ως «ασύμμετρη μετάδοση τιμών» είναι στην πράξη ένας μηχανισμός μεταφοράς πλούτου από τους καταναλωτές στις επιχειρήσεις. Όταν ανεβαίνει το κόστος, οι τιμές ανεβαίνουν άμεσα. Όταν το κόστος πέφτει, οι τιμές παραμένουν ψηλά, αυξάνοντας έτσι τα περιθώρια κέρδους.
Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος του κράτους είναι καθοριστικός. Δεν αρκεί η απλή παρακολούθηση της αγοράς. Χρειάζονται αυστηρά μέτρα που θα βάζουν τέλος σε αυτή την πρακτική. Ελέγχους για αισχροκέρδεια, διαφάνεια στη διαμόρφωση των τιμών, αλλά και θεσμικές παρεμβάσεις που θα υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις να μειώνουν τις τιμές όταν μειώνονται τα κόστη παραγωγής και μεταφοράς. Όσο η Πολιτεία μένει απαθής ή περιορίζεται σε συστάσεις, η αγορά λειτουργεί μονομερώς υπέρ των ισχυρών και σε βάρος του καταναλωτή.
Επομένως, το αίτημα σήμερα είναι διπλό:
- Καμία νέα αύξηση με αφορμή τα καύσιμα, γιατί οι τιμές έχουν εδώ και τρία χρόνια προσαρμοστεί σε επίπεδα που υποτίθεται ότι κάλυπταν το αυξημένο ενεργειακό κόστος της περιόδου 2022–2023.
- Αυστηρή κρατική παρέμβαση με διαρθρωτικά μέτρα, ώστε να μην επαναλαμβάνεται το ίδιο φαινόμενο κάθε φορά που ανεβαίνει η βενζίνη.
Αντί να αναζητούν νέες δικαιολογίες για αυξήσεις, όσοι συμμετέχουν στην αλυσίδα παραγωγής και διάθεσης αγαθών οφείλουν να απαντήσουν σε ένα ερώτημα που παραμένει αναπάντητο εδώ και τρία χρόνια:
Γιατί όταν έπεσαν τα καύσιμα από τα 2,46 ευρώ, οι τιμές δεν μειώθηκαν ποτέ;
Και το κράτος οφείλει να δώσει τέλος σε αυτή την εκκρεμότητα, όχι με λόγια, αλλά με πράξεις. Μέχρι τότε, κάθε νέα αύξηση θα είναι αυθαίρετη και κάθε επιχείρημα περί κόστους θα είναι κενό περιεχομένου.


