
Σε μια χώρα που λέγεται Ελλάδα και βίωσε τη βαθύτερη μεταπολεμική οικονομική κρίση, εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες είδαν το εισόδημά τους να καταρρέει πάνω από 50%. Δουλειές χάθηκαν, μισθοί κατρακύλησαν, συντάξεις ακρωτηριάστηκαν, δώρα εξαφανίστηκαν. Ολόκληρα νοικοκυριά οδηγήθηκαν σε οικονομική ασφυξία μέσα σε λίγα χρόνια.
Και όμως, σήμερα, από αυτούς τους ίδιους ανθρώπους απαιτείται να πληρώσουν στο ακέραιο τα στεγαστικά δάνεια που έλαβαν σε μια εντελώς διαφορετική οικονομική πραγματικότητα. Σαν να μην υπήρξε κρίση. Σαν να μην πτώχευσε η οικονομία. Σαν να μην καταστράφηκε η αγοραστική τους δύναμη. Σαν να μην πέρασαν από μια δεκαετία βίαιης φτωχοποίησης.
Την ώρα που οι τράπεζες διασώθηκαν με δημόσιο χρήμα — δηλαδή με τις θυσίες της κοινωνίας — οι πολίτες που σήκωσαν το βάρος της “διάσωσης” αντιμετωπίζονται σήμερα ως κακοπληρωτές. Τα δάνειά τους μεταβιβάστηκαν μαζικά, με τεράστιες εκπτώσεις, σε τρίτους. Όχι για να βρεθεί μια δίκαιη λύση, αλλά για να ξεκινήσει μια βιομηχανία αναγκαστικών εκτελέσεων: κατασχέσεις, πλειστηριασμοί, εξώσεις.
Από τη Βουλή των Ελλήνων ψηφίστηκαν νόμοι που διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο απόλυτης προστασίας των απαιτήσεων και ελάχιστης προστασίας της κατοικίας. Αντί για ρυθμίσεις με βάση το πραγματικό εισόδημα και την αποδεδειγμένη απώλεια άνω του 50%, αντί για ουσιαστική αναπροσαρμογή οφειλών στη νέα οικονομική πραγματικότητα, επιβλήθηκε μια πολιτική που μετατρέπει την κοινωνική καταστροφή σε επιχειρηματικό μοντέλο.
Ποια είναι η λογική να απαιτείς το 100% από κάποιον που έχασε τη μισή του ζωή οικονομικά; Ποια είναι η ηθική να βγάζεις στο σφυρί την πρώτη κατοικία μιας οικογένειας όταν το ίδιο το σύστημα που απαιτεί την αποπληρωμή έχει ήδη αποδεχθεί την απομείωση της αξίας αυτών των δανείων; Ποια δικαιοσύνη υπηρετείται όταν ο πολίτης δεν έχει το δικαίωμα να ρυθμίσει με όρους αντίστοιχους εκείνων με τους οποίους μεταβιβάστηκαν οι απαιτήσεις του;
Η απάντηση είναι σκληρή: καμία. Δεν πρόκειται για οικονομική αναγκαιότητα. Πρόκειται για πολιτική επιλογή.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης οφείλουν να συνεννοηθούν άμεσα και να απαιτήσουν, με κοινή στάση και χωρίς μικροκομματικούς υπολογισμούς, την άμεση προστασία της πρώτης κατοικίας από κατασχέσεις και πλειστηριασμούς. Η κοινωνία δεν αντέχει άλλες καθυστερήσεις, ούτε άλλες υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα.
Γιατί όταν μια χώρα πτωχεύει τους ανθρώπους της, δεν μπορεί να τους ζητά να πληρώσουν σαν να μη συνέβη τίποτα. Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι κοινωνική λεηλασία.


