Γράφονται καταγγελίες, κατατίθενται έγγραφα, αποστέλλονται επείγουσες αναφορές. Καταγράφονται παραβάσεις, αποτυπώνονται κακοτεχνίες, κίνδυνοι και εικόνες εγκατάλειψης. Κι όμως, τίποτα δεν κινείται. Η απάντηση που κυριαρχεί δεν είναι η διάψευση, δεν είναι η διόρθωση, δεν είναι καν η δικαιολογία. Είναι η σιωπή.
Τι συμβαίνει άραγε; Τι να υποθέσει κανείς όταν, παρά τις αποδείξεις, παρά τα επίσημα έγγραφα, παρά την έκθεση των πολιτών σε καθημερινό κίνδυνο, δεν ανοίγει μύτη; Η πιο απλή και ειλικρινής απάντηση είναι και η πιο σκληρή: δεν τους καίγεται καρφί.
Ο κόσμος αγανακτεί, αλλά η αγανάκτηση μένει στα καφενεία. Στις κουβέντες της καθημερινότητας, στα πηγαδάκια, στο μόνιμο «τι περιμένεις». Οι σύλλογοι πίνουν τσαγάκι, οργανώνουν εκδρομούλες, βγάζουν φωτογραφίες, αλλά για τα πραγματικά προβλήματα των γειτονιών ισχύει το διαχρονικό «δεν ακούσαμε, δεν είδαμε – να μην τα χαλάσουμε με τον δήμαρχο». Η κοινωνική συμμετοχή εξαντλείται σε ακίνδυνες ανακοινώσεις και δημόσιες σχέσεις.
Οι δημοτικοί σύμβουλοι εμφανίζονται άβουλοι και άφωνοι. Εκλεγμένοι για τον τίτλο, όχι για την ευθύνη. Δεν πατούν στις γειτονιές, δεν σηκώνουν ζητήματα καθημερινότητας, δεν συγκρούονται, δεν διεκδικούν. Μια γενικευμένη μούγγα σιωπή, λες και η εντολή που πήραν ήταν να μη διαταράξουν τις ισορροπίες.
Η αντιπολίτευση, που θεσμικά θα όφειλε να λειτουργεί ως ελεγκτικός μηχανισμός, είναι άφαντη. Απούσα από τα προβλήματα των δημοτών, αποκομμένη από την καθημερινότητα, εγκλωβισμένη σε γενικόλογες ανακοινώσεις. Οι λακκούβες, τα κατεστραμμένα πεζοδρόμια, τα επικίνδυνα έργα δεν θεωρούνται «πολιτική». Κι όμως, η πιο άμεση και χειροπιαστή πολιτική δεν γίνεται στις συνεδριάσεις ή στις ανακοινώσεις, αλλά στους δρόμους και τα πεζοδρόμια που χρησιμοποιούμε καθημερινά. Όταν η ασφάλεια των πολιτών τίθεται σε κίνδυνο από κακοτεχνίες ή παραλείψεις, αυτό είναι πολιτική – απτή, καθημερινή και επικίνδυνη για όλους.
Η Περιφέρεια Αττικής, παρά τις επείγουσες καταγγελίες που αποστέλλονται στο γραφείο του Περιφερειάρχη και του Αντιπεριφερειάρχη, δεν απαντά. Καμία αντίδραση, καμία ανάληψη ευθύνης, ούτε καν μια τυπική απάντηση. Σιωπή κι εκεί. Στα παλιά τους υποδήματα.
Έτσι διαμορφώνεται η πραγματική εικόνα: μια κοινωνία συμφεροντολόγα, ανεύθυνη, αμέτοχη. Μια διοίκηση που κινείται μόνο όταν πιεστεί. Ένα σύστημα όπου οι πολίτες που μιλούν θεωρούνται «ενοχλητικοί» και όχι ενεργοί. Όπου η προχειρότητα βαφτίζεται κανονικότητα και η παρέμβαση εξαίρεση.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι οι λακκούβες, οι κακοτεχνίες ή τα επικίνδυνα έργα. Είναι ότι όλοι τα βλέπουν και σχεδόν κανείς δεν αντιδρά. Ότι η σιωπή έχει μετατραπεί σε συλλογική στάση. Κι όταν μια κοινωνία συνηθίζει τη σιωπή, δεν χρειάζονται ούτε δικαιολογίες ούτε συγκάλυψη. Αρκεί η αδιαφορία.
Και φυσικά, αυτή η σιωπή δεν είναι τυχαία. Δεν πέφτει από τον ουρανό. Έχει υλικό υπόβαθρο. Έχει συμφέροντα. Στον Δήμο Φυλής, λίγο ή πολύ, πολλοί «τρώνε από τον Δήμο». Άλλος από ενοικιάσεις ακινήτων σε δημοτικές υπηρεσίες, άλλος από δουλειές και αναθέσεις, άλλος από προμήθειες, άλλος από εργολαβίες μικρές ή μεγάλες. Άλλοι μέσω συγγενικών προσώπων που διορίζονται, τοποθετούνται ή «βολεύονται» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ένα πλέγμα εξαρτήσεων που δεν γράφεται στα πρακτικά, αλλά καθορίζει συμπεριφορές.
Όταν έχεις οικονομική σχέση με τον Δήμο, δεν σηκώνεις κεφάλι. Όταν περιμένεις δουλειά, δεν καταγγέλλεις. Όταν ο γιος, η κόρη, ο ξάδελφος ή ο κουμπάρος εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από τη δημοτική εξουσία, τότε η αγανάκτηση τελειώνει πριν καν ξεκινήσει. Έτσι εξηγείται η εκκωφαντική σιωπή. Όχι γιατί δεν ξέρουν, αλλά γιατί ξέρουν πολύ καλά τι ρισκάρουν αν μιλήσουν.
Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα: όχι μόνο η κακοδιοίκηση, αλλά η κανονικοποίηση της συναλλαγής. Μια κατάσταση όπου ο Δήμος δεν αντιμετωπίζεται ως θεσμός που υπηρετεί τους δημότες, αλλά ως πηγή εισοδήματος, εξυπηρετήσεων και σιωπηρών συμφωνιών. Και όσο αυτό το σύστημα αναπαράγεται, τόσο η αδιαφορία θα βαφτίζεται «ρεαλισμός» και η σιωπή «υπευθυνότητα».
Αυτή είναι η κατάσταση.
Και όσο την αποδεχόμαστε, τόσο θα διαιωνίζεται.
Δημότης Φυλής


