
Η καθημερινότητα δεν λέει ψέματα. Δεν μετριέται με δείκτες, ούτε αποτυπώνεται σε κυβερνητικές ανακοινώσεις. Μετριέται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο ενοίκιο που δεν βγαίνει, στο τέλος του μήνα που έρχεται όλο και πιο γρήγορα. Εκεί φαίνεται η αλήθεια.
Δεκαπέντε χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης, η ελληνική κοινωνία δεν έχει επιστρέψει στην κανονικότητα. Αντίθετα, έχει προσαρμοστεί σε μια νέα, πιο σκληρή πραγματικότητα, όπου η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση και η σύνταξη δεν εγγυάται ασφάλεια. Οι πολίτες δεν ζουν καλύτερα· απλώς μαθαίνουν να αντέχουν περισσότερο.
Πίσω από την εικόνα της «ανάπτυξης» κρύβεται μια βαθιά αντίφαση. Η οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς ρυθμούς, όμως το βιοτικό επίπεδο της πλειοψηφίας υποχωρεί. Οι μισθοί δεν ακολουθούν το κόστος ζωής, η ακρίβεια παγιώνεται και η καθημερινότητα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανάπτυξη που καταγράφεται σε μακροοικονομικό επίπεδο δεν βρίσκει αντανάκλαση στην καθημερινότητα των πολιτών. Δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική αύξηση μισθών, ούτε σε μείωση του κόστους ζωής. Αντίθετα, μεγάλο μέρος των αυξημένων εσόδων του κράτους προέρχεται από την ίδια την ακρίβεια, καθώς η αύξηση των τιμών οδηγεί και σε αύξηση των εσόδων από έμμεσους φόρους. Πρόκειται για μια στρεβλή συνθήκη, όπου η επιβάρυνση της κοινωνίας συνυπάρχει με τη δημοσιονομική βελτίωση.
Ιδιαίτερα επιβαρυμένη είναι η κατάσταση για τους συνταξιούχους. Οι συνεχόμενες περικοπές της προηγούμενης δεκαετίας δεν αντισταθμίστηκαν ποτέ, ενώ οι πρόσφατες αυξήσεις δεν επαρκούν για να καλύψουν την άνοδο του κόστους ζωής. Για τη μεγάλη πλειοψηφία, η σύνταξη δεν εξασφαλίζει πλέον αξιοπρεπή διαβίωση, αλλά περιορίζεται στην κάλυψη βασικών αναγκών. Το γεγονός ότι πολλοί συνεχίζουν να στηρίζουν οικονομικά τα παιδιά και τα εγγόνια τους επιτείνει την πίεση.
Παράλληλα, η καθημερινότητα επιβαρύνεται από τη σταδιακή υποχώρηση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών. Στην υγεία, οι ελλείψεις και οι καθυστερήσεις ωθούν όλο και περισσότερους πολίτες σε ιδιωτικές λύσεις. Στην παιδεία, τα κενά καλύπτονται σε μεγάλο βαθμό από τις οικογένειες. Στις πόλεις, το κυκλοφοριακό και οι ανεπαρκείς υποδομές επιδεινώνουν την ποιότητα ζωής.
Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που λειτουργεί με όρους διαρκούς προσαρμογής. Τα νοικοκυριά περιορίζουν δαπάνες, αναβάλλουν ανάγκες και επαναπροσδιορίζουν ακόμη και βασικές συνήθειες. Η έννοια της προόδου υποχωρεί και τη θέση της παίρνει η ανάγκη διαχείρισης της καθημερινότητας.
Η γενιά που διαμορφώθηκε μετά το 2010 δεν μεγάλωσε με την προσδοκία της εξέλιξης, αλλά με την ανάγκη της αντοχής. Δεν σχεδιάζει με όρους μέλλοντος, αλλά με όρους επιβίωσης. Και αυτή είναι ίσως η πιο βαθιά συνέπεια της οικονομικής πορείας των τελευταίων ετών.
Το βασικό ερώτημα που τίθεται πλέον δεν αφορά τους ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά το κατά πόσο αυτή η ανάπτυξη μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική βελτίωση της ζωής των πολιτών. Μέχρι σήμερα, η απάντηση για τη μεγάλη πλειοψηφία παραμένει αρνητική.
Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της χώρας σήμερα. Μια κοινωνία που δεν προχωρά μπροστά, αλλά παλεύει να μην πάει πίσω. Μια γενιά που δεν ονειρεύεται, αλλά προσπαθεί να επιβιώσει.


